Ματαιοδοξία και χαμηλές απαιτήσεις: Η μάστιγα του Πεζοπορικού Κινήματος
Ή αλλιώς, η νομοτελειακή πτώχευση της ορεινής πεζοπορίας, συνέπεια δικών της επιλογών.
Είναι ιστορικά γνωστό ότι σε οποιοδήποτε σύστημα (κοινωνικό, οικονομικό, οικολογικό κ.ο.κ.) κάθε αλλαγή, πόσο μάλλον όταν αυτή είναι ραγδαία, επιφέρει ανάλογα σκληρές προσαρμογές και συνέπειες. Για κάποια ελάχιστα συνήθως μέρη του συστήματος αυτές καταλήγουν να είναι ευνοϊκές, ενώ για τα περισσότερα αποδεικνύονται μάλλον καταστροφικές, έστω κι αν σε πρώτη ανάγνωση μια απότομη διαφοροποίηση ενός πληθυσμού (ποσοτική ή ποιοτική) μπορεί να φέρει ευκαιρίες, ανανέωση των διαθέσιμων πόρων, ώθηση για σκέψη και δημιουργία, αλλά και μια γενικότερη ευημερία για όλους.
Είναι ταυτόχρονα σαφές ότι το πεζοπορικό κίνημα κατά τις τελευταίες δεκαετίες σημειώνει αύξηση με ρυθμό εκρηκτικό. Σε παράλληλη σύγκριση λοιπόν, θα λέγαμε ότι κρίνεται απόλυτα κατανοητή και μάλλον αναμενόμενη η εκτόξευση της ενασχόλησης με το βουνό. Και μπορεί οι λόγοι για τους οποίους ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι καταφεύγουν στα μονοπάτια να ποικίλουν (ανάγκη για αποσύνδεση από την καθημερινότητα, επαφή με τη φύση, υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής, αναζήτηση ορίων, κοινωνικοποίηση, προβολή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.ο.κ.), το βέβαιο είναι ότι ξεκάθαρα πια δεν πρόκειται για μια πρόσκαιρη τάση. Κι αυτό το αποδεικνύουν όχι μόνο τα ποσοτικά στοιχεία, αλλά κυρίως η διάρκεια και η μαζικότητα που έχει αποκτήσει η εξόρμηση στη φύση.
Δεχόμενοι τώρα τη ραγδαία εξέλιξη του πεζοπορικού κινήματος, θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι έχει επιφέρει, ως φυσικό επακόλουθο, έναν υπερτροφισμό στην αλυσίδα που ενώνει τους κρίκους του. Περισσότεροι πεζοπόροι, περισσότερες ανάγκες. Περισσότερες ανάγκες, περισσότερη προσφορά από γραφεία υπαίθριων δραστηριοτήτων, οδηγούς και εταιρείες εξοπλισμού. Περισσότερη προσφορά, ισχυρότερο marketing. Ισχυρότερο marketing, μεγαλύτερος ανταγωνισμός. Μεγαλύτερος ανταγωνισμός, υψηλότερες απαιτήσεις εξοπλισμού και υποδομών. Υψηλότερες τιμές, δυσκολότερη και ακριβότερη πρόσβαση στο βουνό. Μεγαλύτερος διαχωρισμός, νέο σύστημα διαχείρισης και εμπορευματοποίησης μιας δραστηριότητας που θα έπρεπε να ανήκει αποκλειστικά στην ελεύθερη φύση και τους ανθρώπους που τη σέβονται. Όχι;
Κι εδώ έρχεται η ουσία, η οποία άρχισε και συνεχίζει να χάνεται καθώς ο πεζοπόρος επέλεξε να εκφράσει την παρουσία του μέσα από τη συλλογή «κορυφών», περασμάτων και οργανωμένων εξορμήσεων. Τον υπέρτατο όπως κατέληξε να είναι εκφραστή της ματαιοδοξίας του. Το απόλυτο εργαλείο χειραγώγησης της φωνής του πεζοπορικού κινήματος που φαίνεται να χάνει τον προσανατολισμό του, αναλώνοντας προσπάθειες στο κυνήγι της τέλειας φωτογραφίας και της ικανοποίησης των ανώτερων κρίκων της εμπορικής αλυσίδας του συστήματος. Αρκείται στο να επιζητά διαρκή επιβεβαίωση μέσα από τη συμμετοχή του σε όλο και περισσότερες οργανωμένες διαδρομές, ωσάν συλλέκτης εντυπώσεων και ψηφιακών τροπαίων.
Και το σύστημα, ως οφείλει να κάνει, του παρέχει συνεχώς «προϊόντα» για να ικανοποιήσει αυτή τη δίψα: εξορμήσεις κάθε είδους, παντού, άκριτα, χωρίς ουσιαστική εκπαίδευση για την ορεινή ασφάλεια, χωρίς τη δέουσα προσοχή ή σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον, χωρίς απαιτούμενη ορειβατική παιδεία, αλλά κυρίως με παροχές που συχνά μειώνονται σε αντιστρόφως ανάλογη σχέση με το αυξανόμενο κόστος συμμετοχής. Το νέο καταναλωτικό προϊόν της «εμπειρίας στη φύση» έχει γεμίσει τα ράφια και πουλάει άμετρα σε έναν καταναλωτή που ζει για την αυτοπροβολή του.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο δε, που ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια διοργανώνονται περισσότερες πεζοπορικές εξορμήσεις, οργανωμένα events και εμπορικές διασχίσεις από ποτέ άλλοτε στην ιστορία του ορεινού τουρισμού.
Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι αυτό συμβαίνει γιατί η δίψα του πεζοπόρου καταναλωτή μεγάλωσε αφόρητα και αναζητά συνεχώς νέες προκλήσεις για να διακηρύξει την παρουσία του και να πιστοποιήσει τις ικανότητές του. Σε σχέση με ποιον, άραγε; Γιατί αν αναλογιστούμε ορθά, την πεζοπορία τη συνθέτουν ως επί το πλείστον λάτρεις της φύσης και ερασιτέχνες, όχι επαγγελματίες ορειβάτες. Την συνθέτουν άνθρωποι της καθημερινότητας που αναζητούν την ηρεμία του βουνού. Και είναι αυτοί οι ίδιοι πεζοπόροι που, στηρίζοντας διοργανώσεις και υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας (με ελλιπή μέτρα ασφαλείας, αδιαφορία για αποτυπώματα στο περιβάλλον και υψηλές τιμές), καταλήγουν τελικά να αποδέχονται τη μετριότητα. Αποδέχονται με ελαφρά τη καρδία ότι είναι φυσιολογικό οι απαιτήσεις τους για ασφάλεια, εκπαίδευση και αυθεντικότητα να παραμένουν χαμηλές. Και χτίζουν ένα ακόμη πιο δυσοίωνο μέλλον, αφού θα έρθει η στιγμή που νομοτελειακά ο εξοπλισμός, οι μετακινήσεις και η πρόσβαση στις ορεινές περιοχές θα είναι γι' αυτούς οικονομικά ή θεσμικά αδύνατη στο μέλλον
Η ευθύνη του πεζοπορικού κινήματος είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο έχουμε ίσως αντιληφθεί. Το χρέος μας να διαφυλάξουμε τις αξίες της ορειβασίας, της ορεινής ηθικής και του σεβασμού στη φύση είναι κοινό για όλους. Εξακολουθεί να είναι στο χέρι και τη φωνή όλων μας να το πετύχουμε:
- Επιλέγοντας σωστά και σοφά, με καθαρή κρίση.
- Στηρίζοντας συλλόγους, οδηγούς και πρωτοβουλίες που προάγουν τον ουσιαστικό σεβασμό στο βουνό, που διατηρούν ψηλά την ασφάλεια και την παιδεία του πεζοπόρου και δεν τον αντιμετωπίζουν απλώς ως πελάτη ή αριθμό σε μια λίστα λεωφορείου.
- Στηρίζοντας τις τοπικές ορεινές κοινωνίες μέσα από υγιείς και βιώσιμες πρωτοβουλίες.
Είναι ευθύνη μας να μάθουμε να συγκρίνουμε, να ασκούμε εποικοδομητική κριτική και να απαιτούμε τη διατήρηση των μονοπατιών, την προστασία του περιβάλλοντος και τη σωστή καθοδήγηση. Αποδεχόμενοι εκπτώσεις στην ποιότητα και την ασφάλεια, δεχόμαστε την πτώχευση της πεζοπορικής μας κουλτούρας.
Και για να μην παρεξηγηθώ, σαφώς και δεν είναι οι οργανωμένες πεζοπορίες ή οι επαγγελματίες του χώρου το πρόβλημα. Οι οργανωμένες εξορμήσεις είναι θεμιτό και επιθυμητό να υφίστανται και πάντα θα πρέπει να υπάρχουν για πολλούς λόγους: για την τόνωση της οικονομίας των ορεινών χωριών, για την ανάπτυξη του ήπιου εναλλακτικού τουρισμού, για την ασφαλή μύηση των αρχαρίων στο βουνό, για την καλλιέργεια της οικολογικής συνείδησης και την εξωστρέφεια ανθρώπων που αναζητούν την εσωτερική τους γαλήνη στη φύση. Στο μέτρο όμως της λογικής, της υπευθυνότητας, της περιβαλλοντικής συνείδησης και της συνέπειας.
Σαφώς και δεν είναι όλοι οι πεζοπόροι θύματα αυτής της εμπορευματοποίησης. Δυστυχώς όμως, η πλειοψηφία του κοινού είναι αυτή που διαμορφώνει την αγορά, κι αυτή για την ώρα δείχνει να συμβιβάζεται με υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας και επιφανειακή επαφή με το βουνό.
Στο φαύλο κύκλο της ματαιοδοξίας που επιφέρει την πτώχευση του πεζοπορικού κινήματος, αναπτύσσεται ήδη μια επιφανειακή νοοτροπία που διαμορφώνει νέα ήθη, συνήθειες και κανόνες στο βουνό, το οποίο δεν θα είναι ποτέ πια όπως πριν. Χαμηλές προδιαγραφές, ακόμη χαμηλότερες απαιτήσεις, για μια δραστηριότητα που θα έπρεπε να μας ενώνει με τη φύση και μεταξύ μας.


