Η φράση «Επειδή είναι εκεί» έχει καταχωρηθεί ως ένα είδος «βιβλικής εντολής» για την παγκόσμια ορειβασία και την ανάγκη του ανθρώπου να ξεπεράσει τα όριά του. Ομως για κάποιο βουνό υπάρχει κάτι πιο βαθύ και πιο σύνθετο, μία απάντηση που την νιώθεις από την πρώτη στιγμή όταν αφήνεις πίσω τα τελευταία σπίτια του Zermatt και ανηφοριζεις προς εκείνη τη μαγνητική έλξη που ασκεί η θέα του Μάτερχορν.
Εκεί που νιώθεις ότι αυτή η κοφτερή μύτη που υψώνεται προς τον ουρανό έχει πάνω της κάτι μυσταγωγικό. Κάτι που ξεπερνά την ανθρώπινη ματαιοδοξία της αναμέτρησης με τον φόβο και τον θάνατο και αποκτά την έννοια μιας υπερβατικής αναζήτησης.
Ανεβαίνοντας σε διπλανές κορυφές ή παρατηρώντας το να καθρεφτίζεται στις αλπικές λίμνες, καταλαβαίνεις από νωρίς ότι αυτό το βουνό δεν αρκείται στην απάντηση του Εβερεστ. Αλλά είναι κάτι πιο απόλυτο, κάτι περισσότερο, μία κλήση από το βαθύτερο δέος της ανθρώπινης ύπαρξης.
Στο Μάτερχορν ανεβαίνεις «Επειδή πρέπει. Επειδή δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς». Αυτή την επιτακτική ανάγκη και την ακατανίκητη έλξη είναι σίγουρο ότι ένιωσαν όλοι όσοι πέρασαν από δίπλα του. Οντας σε ένα από τα περασματα των Αλπεων, η κοφτερή όψη του Μάτερχορν συνόδεψε κατακτητές όλων των εποχών, δημιουργώντας τον δικό του μύθο και προκαλώντας δέος και ένα σωρό δοξασίες για τα όσα μυθικά συμβαίνουν στις κάθετες πλευρές του και στην σχεδόν πάντα σκεπασμένη από ένα σύννεφο κορυφή του. Πρόκειται, ίσως, το πιο αρχετυπικό βουνό του κόσμου, που έχει χρησιμοποιηθεί ως εικόνα σε αμέτρητα προϊόντα, από σοκολάτες έως κινηματογραφικά στούντιο.
Αναπόφευκτα είναι ένα σήμα κατατεθέν σύμβολο της Ελβετίας.
Βρίσκεται στα σύνορα μεταξύ Ελβετίας και Ιταλίας, στην περιοχή του καντονιού Βαλέ και της ιταλικής κοιλάδας Αόστα και προσεγγίζεται και από τις δύο πλευρές, από το Τσέρματ στην Ελβετία και από την Τσερβίνια στην Ιταλία. Η εντυπωσιακή κορυφή του φτάνει τα 4.478 μέτρα, υψόμετρο που δεν είναι το μεγαλύτερο στις Αλπεις (τον τίτλο αυτόν κατέχει το Μοντ Μπλαν), ενώ υπολείπεται αισθητά και των κορυφών των Ιμαλαΐων. Η γοητεία του έγκειται τόσο στην ασυνήθιστη συμμετρία του όσο και στο γεγονός ότι στέκεται μόνο του, χωρίς να περιβάλλεται από άλλες κορυφές του ίδιου ύψους.
Το σχήμα του μοιάζει με τετραγωνική πυραμίδα, με τέσσερις κύριες ακμές που αντιστοιχούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και με την πιο εντυπωσιακή όψη του βουνού να φαίνεται από την ελβετική πλευρά. Κι αν η ανάβαση του Μάτερχορν είναι ένα «πρέπει», ή ακόμα καλύτερα ένα είδος «τάματος» για τους πιστούς των βουνών, ο Γιώργος Μιχαηλίδης ήταν ο πιο χαρισματικός ιεροκήρυκας του Ελβετικού βουνού για τους ορειβάτες της Ελλάδας.
Η ιστορία του και η πορεία της ζωής του είναι μεγάλη, οπότε εδώ θα αρκεστούμε μόνο στη δική του σχέση με το Μάτερχορν, που όπως περιέγραφε και εκείνος ήταν καθοριστική και αναπόφευκτη. Μία ιστορία πάθους για τη συγκεκριμένη κορυφή, έναν διαρκή έρωτα που κράτησε αρκετές δεκαετίες, με τον μεγάλο Έλληνα ορειβάτη να κάνει έξι συνολικά απόπειρες κορυφής, εκ των οποίων 4 επιτυχημένες, και μάλιστα από τις τέσσερις διαφορετικές κόψεις του βουνού
Η ανάβαση στο Μάτερχορν του είχε γίνει έμμονη ιδέα από την πρώτη στιγμή που ήρθε σε επαφή με το βουνό και όπως έλεγε ο ίδιος «το μόνο που θέλω είναι να πραγματοποιήσω το όνειρό της ζωής μου, που κατάντησε πια πολύ τυραννικόν». Από αυτήν την τυραννική παρουσία του Ματερχορν, σύμπτωμα που βασάνισε όλους όσους το πλησίασαν, ο Γιώργος Μιχαηλίδης κατάφερε να απαλλαγεί το 1951, όταν και κατάφερε να κατακτήσει το βουνό, ως ο πρώτος Έλληνας που έφτασε στην κορυφή του. Η πρώτη αυτή επιτυχία έγινε από την πιο βατή, τηρουμένων των αναλογιών, κόψη Χορνλί, την 13η Αυγούστου του 1951, σε συνεργασία με έναν έμπειρο Ελβετό οδηγό.
Η ανάβαση έγινε μέσα σε αρκετά δύσκολες καιρικές συνθήκες, με τις εφημερίδες της εποχής να κάνουν λόγο για φοβερή θύελλα και τον παρ’ ολίγον θάνατο του Έλληνα ορειβάτη. Στο ημερολόγιό του ο Μιχαηλίδης σημειώνει ότι «η κακή ορατότητα δεν μας άφησε να απολαύσουμε την ωραία θέα, οι κεραυνοί που άρχισαν να πέφτουν δίπλα μας, μάς ανάγκασαν να αρχίσουμε την κατάβαση χωρίς χρονοτριβή.». Μετά από 7 ώρες βρίσκονταν στην ασφάλεια του καταφυγίου Χορνλί, ενώ τις επόμενες ημέρα τα νέα για τον πρώτο Έλληνα που ανέβηκε στο φοβερό Μάτερχορν έφτασαν και στη χώρα μας. Η ερωτική σχέση του Γιώργου Μιχαηλίδη με το Μάτερχορν τον έφερε αρκετές φορές ακόμα στην αγκαλιά του. Και του χάρισε στιγμές απογοήτευσης, αλλά και στιγμές μεγάλης χαράς και ικανοποίησης, καθώς κατάφερε να το κατακτήσει άλλες τρεις φορές, από τρεις διαφορετικές διαδρομές:
Το 1952 από την Ιταλική πλευρά, το 1967 από την κόψη Φίγκεν και τέλος το 1973 από την εξαιρετικής δυσκολίας κόψη Τσμουτ. Οι επιτυχίες του Γιώργου Μιχαηλίδη άνοιξαν τον δρόμο σε νεότερους Έλληνες αναρριχητές να ταξιδέψουν στο εξωτερικό και να δοκιμαστούν όχι μόνο στις Αλπεις αλλά και στα Ιμαλάια. Ο Γιώργος Μιχαηλίδης έζησε μία γεμάτη ζωή, κερδίζοντας τον σεβασμό της παγκόσμιας ορειβατικής κοινότητας και αποτελώντας τον αδιαμφισβήτητο «πατριάρχη» της ελληνικής ορειβασίας. Ενας γνήσιος κοσμοπολίτης των βουνών, ένας άνθρωπος πάντα προσηνής και πρόθυμος να μεταφέρει τις γνώσεις και το πάθος του για το βουνό στις νεότερες γενιές.
Στις 23 Ιουλίου του 1995, στα 80 του χρόνια, ο Γιώργος Μιχαηλίδης είχε κάνει μία ακόμα επιτυχημένη ανάβαση στον αγαπημένο του Ολυμπο μαζί με τα εγγόνια του. Στο κατέβασμα όμως από τον Μύτικα έχασε την ισορροπία του και έπεσε στον γκρεμό, χάνοντας τη ζωή του, με το Βουνό των Θεών να κρατά για πάντα κοντά του τον θνητό που τόλμησε να τους φτάσει.
Και κάποιες στιγμές να τους ξεπεράσει. Γιατί; «Γιατί πρέπει».
(Πηγή: newmoney.gr)


