Ήταν δύσκολο.Όχι απλώς κουραστικό — δύσκολο με την έννοια που δοκιμάζει το μέσα σου.
Ξημερώματα 25 Ιανουαρίου. Η ώρα είναι 04:15 και στεκόμαστε έξω από τις σκηνές, στο απόλυτο σκοτάδι, στα 6.000 μέτρα. Ο άνεμος λυσσομανά και το θερμόμετρο δείχνει -20°C. Οι φακοί κεφαλής ανάβουν ένας ένας, φωτίζοντας πρόσωπα σφιγμένα, σιωπηλά.
Μπροστά μας έχουμε τουλάχιστον δέκα ώρες πορείας. Ο καιρός δεν είναι με το μέρος μας. Οι αποφάσεις θα παρθούν πάνω στο βουνό.
Ξεκινάμε.
Τα πρώτα λεπτά είναι χαοτικά. Ο φακός μου σβήνει από το ψύχος και βρίσκομαι να περπατώ σχεδόν τυφλή, προσπαθώντας να πατήσω ακριβώς εκεί που πάτησε ο μπροστινός μου. Κάθε βήμα μετρημένο.
Η ανάσα βαριά. Δεν έχω βρει ακόμη ρυθμό και νιώθω εκείνη τη γνώριμη δυσφορία της έλλειψης οξυγόνου.
«Θα τον βρω», λέω μέσα μου. «Πάμε Κική…»
Μισή ώρα μετά, ένα μέλος της ομάδας επιστρέφει. Δεν αντέχει τον ρυθμό. Λίγο αργότερα, κι άλλοι. Το βουνό αρχίζει να διαλέγει. Δεν υπάρχει δράμα — μόνο αποδοχή. Στις τρεις ώρες φτάνουμε στην Independencia, χαρακτηριστικό τοπόσημο. Κάνουμε μια σύντομη στάση για νερό και λίγη ενέργεια. Κοιτάζω γύρω μου και συνειδητοποιώ ότι από τους δέκα έχουμε μείνει έξι.
Ο αρχηγός μας, ο Μαριάνο, μας λέει ξεκάθαρα πως ο καιρός δεν δείχνει να μας αφήνει περιθώριο για κορυφή. Η Νασίμ δεν νιώθει καλά και θέλει να επιστρέψει. Ο Μαριάνο με πλησιάζει και με ρωτά αν θέλω να πάω μαζί της.
Για μια στιγμή όλα μέσα μου αδειάζουν.
«Τελείωσε», σκέφτομαι. «Δεν έχει νόημα να συνεχίσω».
Και τότε, κάτι αντιδρά.
Είναι δυνατόν να σταματήσεις εδώ;
Όχι. Η μόνη κατεύθυνση είναι προς τα πάνω.
Του λέω ότι θα συνεχίσω. Ακόμα κι αν ξέρω ότι οι πιθανότητες είναι ελάχιστες. Δεν θα είμαι εγώ αυτή που θα παραιτηθεί. Αν είναι να σταματήσω, ας μου το επιβάλει το βουνό.
Χωριζόμαστε μέσα στον άνεμο. Και τότε, σχεδόν ανεπαίσθητα, αρχίζει να χαράζει. Το φως της ανατολής δεν ζεσταίνει, αλλά κάτι μέσα μας μαλακώνει. Μια σιωπηλή υπόσχεση & ελπίδα ότι ίσως μας δοθεί μια ευκαιρία.
Στο Col de Viento ο άνεμος μας χτυπά ανελέητα. Είναι το σημείο όπου παίρνονται οι τελικές αποφάσεις. Εκεί σκέφτομαι ξανά πως όλα τελειώνουν… Κι όμως, ο Μαριάνο συνεχίζει να περπατά. Τα σύννεφα ανοίγουν για λίγο. Ο ήλιος εμφανίζεται σαν να επιβάλλεται στην ατμόσφαιρα.
Σαν παγίδα, σκέφτομαι… σαν τυρί στη φάκα !!!
Στην τραβέρσα, εκτεθειμένοι στην πλαγιά, με τα καρφιά στις μπότες να τρυπούν τον πάγο, οι δυο οδηγοί μας, ο Μαριάνο και ο Τζόρτζιο σταματούν. Κάτω από τις ορειβατικές μάσκες τους ανταλάσσουν νοήματα που μόνο οι δυο τους καταλαβαίνουν. Οι αποφάσεις είναι δύσκολες.
Το ρίσκο μεγάλο. Οι δυο Κινέζοι της ομάδας έχουν γίνει πολύ αργοί. Δεν γίνεται να συνεχίσουν. Αναλαμβάνει να τους πάει πίσω ο Μαριάνο. Αν κάποιοι έχουν μια μικρή πιθανότητα να φτάσουν κορυφή, αυτοί είμαστε εμείς οι υπόλοιποι τρεις. Εγώ, ο Αντώνιο από την Ισπανία και ο Μάρκους από τη Γερμανία. Ο Τζώρτζιο αναλαμβάνει την ευθύνη να μας συνοδέψει. Με μια προϋπόθεση.
Με την ξεκάθαρη συμφωνία πως μόλις πει να γυρίσουμε, επιστρέφουμε χωρίς αντίρρηση. Συμφωνούμε…
Από εδώ και πλέον δεν υπάρχουν περιθώρια για αργό ρυθμό. Κανένα λάθος. Αν σταματήσεις τελείωσε…
Προχωράμε ακατάπαυστα , με την ανάσα να βαραίνει και το σώμα να πονά. Στη Σπηλιά , το κομβικό τοπόσημο πριν την κορυφή, κάνουμε μια τελευταία σύντομη στάση. Από εδώ και πέρα, το βουνό ορθώνεται σχεδόν κατακόρυφο μπροστά μας.
Η κορυφή φαίνεται κοντά — αλλά υπάρχουν ακόμη τρεις ώρες πορείας.
Το οξυγόνο λιγοστεύει. Οι πρώτοι κεραυνοί ακούγονται. Η χιονοθύελλα δυναμώνει. Σηκωνόμαστε και ξεκινάμε. Δεν υπάρχει διαθέσιμος χρόνος.
Μετά από άλλες δύο ώρες, ο Τζόρτζιο πλησιάζει και μου λέει πως θα μείνει πίσω με τον Αντώνιο ο οποίος δεν νιώθει καλά. Αν δεν τους δω κοντά μου, να μη φοβηθώ και να συνεχίσω. Η κορυφή είναι ακριβώς από πάνω μου. Ένας άλλος οδηγός με τους δύο ορειβάτες του βρίσκεται λίγα μέτρα πιο μπροστά από εμένα. Μπορώ να τον ακολουθήσω σκέφτομαι. Έχω πιθανότητες να προλάβω να φτάσω πριν μας βρει η καταιγίδα. Το ίδιο και ο Μάρκους που βρίσκεται λίγα βήματα πιο μπροστά.
Και συνεχίζω !!!
Σωματικά καταποντισμένη αλλά αποφασισμένη. Στο μυαλό μου επαναλαμβάνω τα λόγια των ανθρώπων μου σαν προσευχή-μάντρα:
«Είμαι μαζί σου. Βάλε τα δυνατά σου Κική.»
Και τότε ακούω αυτές τις αχνές φωνές μπροστά μου που γίνονται κραυγές και δυναμώνουν !!!
Είναι ήχοι χαράς και ανακούφισης !!!
Η προπορευόμενη ομάδα πάτησε κορυφή και το πανηγυρίζει, όμως τις φωνές τους καλύπτουν οι βροντές των κεραυνών που πια πέφτουν επικίνδυνα κοντά μας. Πρέπει να βιαστώ.
Φτάνω σχεδόν χωρίς ανάσα. Δεν προλαβαίνω να κοιτάξω γύρω. Αγκαλιαζόμαστε με τον Μάρκους και σαν από θαύμα ξεπροβάλλει και ο Αντώνιο μαζί με τον Τζωρτζιο… αγκαλιαζόμαστε και οι τέσσερεις και γινόμαστε μια πολύχρωμη ογκώδης μπάλα έτσι κάτω από τις βαριές ορειβατικές στολές μας.
Δεν έχουμε χρόνο για πανηγυρισμούς και χαλάρωση. Οι φωνές του Τζώρτζιο είναι επιτακτικές. Βγαίνουμε μια φωτογραφία ομαδική, εσύ Κική βγάζεις τη σημαία της Ελλάδας και φεύγουμε τώρα! Η σημαία ανοιχτή χτυπιέται από τον αδυσώπητο άνεμο για λίγα δευτερόλεπτα στο ψηλότερο σημείο όλης της Αμερικής, στη μυθική οροσειρά των Άνδεων !!!
Ο καιρός έχει αγριεύει επικίνδυνα. Δεν υπάρχουν περιθώρια.
Κι όμως… ο Ελληνισμός επιβάλλεται για μια στιγμή στο περιβάλλον. Νιώθω ρίγος να με διαπερνά. Συναισθήματα υπερηφάνειας με κατακλύζουν . Αλλά δεν υπάρχει εκεί ψηλά άλλος χρόνος πια διαθέσιμος…Η επιβίωση μας επιτάσσει τα πρώτα βήματα της επιστροφής καθώς οι βροντές τώρα ακούγονται ακριβώς δίπλα μας.
Η κατάβαση είναι σκληρή. Καταιγίδα, άνεμος, εξάντληση. Κάποια στιγμή νιώθω ότι τα όρια όλων μας στενεύουν επικίνδυνα. Κι όμως, συνεχίζουμε μέσα στη χιονοθύελλα με σχεδόν καθόλου ορατότητα. Κοιτάμε αχνά ο ένας τον άλλο να επιβεβαιώσουμε ότι είμαστε εκεί… Πέντε ώρες αργότερα, επιστρέφουμε στην ασφάλεια της κατασκήνωσης.
Δεν υπάρχουν πανηγυρισμοί, μόνο αγκαλιές και μια απέραντη ανακούφιση.
Δεκαπέντε ώρες μέσα στο βουνό. Δεκαπέντε ώρες δοκιμασίας, φόβου, επιμονής και δύναμης. Το Ακονκάγκουα μας άφησε να σταθούμε για λίγο στην κορυφή του — και μετά μας ζήτησε σεβασμό.
Και τον δείξαμε!
Και επιστρέψαμε. Ασφαλείς. Περήφανοι που δεν παραιτηθήκαμε.
Αυτό είναι το Ακοκάνγκουα. Το βουνό των ανέμων. Το βουνό που σου δείχνει απτά ποιος πραγματικά είσαι.

Ευχαριστίες στον αγαπημένο Γρήγορη Δημητριάδη που με την έμπρακτη στήριξη του πραγματοποιήθηκε η συγκεκριμένη αποστολή.


