Το αίσθημα του να είσαι μόνος στο μονοπάτι, με το σακίδιο να αγκαλιάζει την πλάτη σου και τον ορίζοντα να ανοίγει μπροστά σου, είναι εθιστικό. Όμως, αυτό το ίδιο αίσθημα, όταν συνδυάζεται με έναν εγωισμό που δεν σου επιτρέπει να σταματήσεις, μπορεί να γίνει επικίνδυνο.
Θυμάμαι ακόμα εκείνο το απόγευμα, κάπου ανάμεσα στις κορυφές, όταν το πόδι μου άρχισε να «διαμαρτύρεται» έντονα. Δεν ήταν απλή κούραση. Ήταν εκείνος ο διαπεραστικός πόνος που σε προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά. Είχα τον στόχο μου: έπρεπε να φτάσω στο καταφύγιο πριν νυχτώσει. Η πρόγνωση έλεγε καταιγίδα και η ασφάλειά μου εξαρτιόταν από την ταχύτητα.
«Ακόμα λίγο», έλεγα στον εαυτό μου. «Μπορώ να το αντέξω».
Κάθε βήμα ήταν μια δοκιμασία. Το έδαφος, ανώμαλο και σκληρό, δεν βοηθούσε. Αγνοούσα το σώμα μου, το θεωρούσα απλώς ένα «εργαλείο» που έπρεπε να υπακούσει στη θέλησή μου. Και κάπου εκεί, στην απόλυτη μοναξιά του υψομέτρου, η φύση με ανάγκασε να σταματήσω. Ένα λάθος πάτημα, μια στιγμή απροσεξίας λόγω της κούρασης, και το πόδι μου «λύγισε».
Εκείνη τη στιγμή, το βουνό μου έδωσε το πιο σκληρό μάθημα: Δεν είσαι ο κυρίαρχος του μονοπατιού. Είσαι ο φιλοξενούμενός του.
Καθισμένος πάνω σε μια πέτρα, κοιτάζοντας το τοπίο που μέχρι πριν από λίγο φάνταζε «κατακτημένο», συνειδητοποίησα ότι η επιμονή μου δεν ήταν γενναιότητα. Ήταν απερισκεψία. Έπρεπε να αποδεχτώ την αδυναμία μου, να δέσω το πόδι μου, να περιμένω και, ίσως, να αλλάξω τα σχέδιά μου.
Η πεζοπορία δεν είναι μόνο ο στόχος, η κορυφή ή ο χρόνος που θα φτάσεις στον προορισμό σου. Είναι η ικανότητα να ακούς το σώμα σου και να αναγνωρίζεις πότε η περιπέτεια πρέπει να πάρει μια άλλη τροπή. Τελικά, έφτασα στο καταφύγιο πολύ αργότερα από ό,τι υπολόγιζα, αλλά έφτασα με έναν διαφορετικό σεβασμό για το βουνό και, κυρίως, για τα όρια του εαυτού μου.
Σήμερα, όταν ετοιμάζω το σακίδιό μου, δεν βάζω μέσα μόνο τα απαραίτητα για την επιβίωση. Βάζω και την υπόσχεση ότι, αν χρειαστεί, θα γυρίσω πίσω. Γιατί το βουνό θα είναι εκεί και αύριο.


