Το Κάστρο της Παλαιάς Κασθαναίας στο Κεραμίδι: Μια ιστορική αναδρομή (1851)


 
Άλφρεντ Μεζιέρ. Ο Γάλλος ακαδημαϊκός και περιηγητής που επισκέφτηκε την περιοχή μας το 1851 και μελέτησε, στα πλαίσια των δυνατοτήτων του, το κάστρο μας βόρεια της παραλίας του Αη Γιάννη, που για τους περισσότερους ντόπιους, λόγιους και ειδικούς της εποχής μας ανήκει στην Παλαιά Κασθαναια. Το κάστρο, για το οποίο στο βιβλίο του Μεζιερ "Αναμνήσεις από το Πήλιον και την Όσσα, 1851", σύμφωνα με τη μετάφραση της Δρ. Μαρία Δ. Φλετορίδου, Επίτιμη Σχολική Σύμβουλος Γαλλικής Γλώσσας, έγραψε τα εξής: 
 
"Συγκέντρωσα αυτό το περιηγητικό υλικό από την εξερεύνηση της Θεσσαλίας του 1851, τριάντα χρόνια μετά την ελληνική επανάσταση. Ήθελα να ξανακάνω το ταξίδι του Σκύθη ηγεμόνα Ανάχαρση, θαυμαστή του ελληνικού πολιτισμού, με την οξυδέρκεια και το κριτικό πνεύμα ενός ανθρώπου που είδε από κοντά αυτά τα μέρη.
 
Κεφάλαιο Κασθαναία 
 
Λίγο βορειότερα από το Κεραμίδι, στην ακτή, κοντά σε ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη, βρήκα ολόκληρη την περιτείχιση μιας πόλης χτισμένης με ακανόνιστους λίθους. Ήταν η πρώτη φορά από την αρχή του ταξιδιού μου που συναντούσα τείχη αντάξια των Ελλήνων. Εδώ τουλάχιστον αυτοί οι λίθοι ήταν τεράστιοι, τα υλικά διαλεχτά και το σύνολο επιβλητικό. Η τέχνη δεν ήταν ακόμα πολύ προηγμένη, η δύναμη έπαιξε τον κύριο ρόλο και αποκαλύπτεται από το μέγεθος των ογκόλιθων στη στερεότητα της κατασκευής. Αυτή δίνει στα τείχη τον μεγαλοπρεπή χαρακτήρα που δεν υπάρχει στις ακροπόλεις της Βοίβης, του Ορμένιου και της Δημητριάδας. Το οχυρωματικό τείχος ανήκει σε εκείνη την απροσδιόριστη εποχή της ελληνικής αρχιτεκτονικής που σηματοδοτεί τη μετάβαση από το πολυγωνικό στο κανονικό δομικό σύστημα. 
 
Οι λίθοι των τειχών είναι γενικά ακανόνιστοι, χωρίς να είναι πολυγωνικοί, τραχείς εξωτερικά, αλλά κομμένοι με μεγάλη προσοχή στις γωνίες και στις πλάγιες όψεις. Συνδυάζονται μεταξύ τους με τέχνη και τελειότητα που προσεγγίζει την κανονικότητα χωρίς να την φτάνει. Το περιτείχισμα της πόλης ξεκινά από τη θάλασσα κι αμέσως ανυψώνεται στις πλαγιές ενός απόκρημνου λόφου, ακολουθώντας τις αναδιπλώσεις του εδάφους. Τα ανατολικά τείχη είναι πάνω σε βράχους που τα κύματα έχουν διαβρώσει και καταρρέουν συνεχώς μαζί με το στήριγμά τους. Στα βόρεια και νότια, αντίθετα, τα τείχη έχουν παραμείνει όρθια και μπορούμε ακόμα να μετρήσουμε τους τετράγωνους εποπτικούς πύργους τους. Παρατήρησα εδώ τα απομεινάρια από δύο ίσιες θύρες. 
 
Η πόλη δεν είχε περισσότερο από ένα μίλι περίμετρο. Καταλήγει, ανεβαίνοντας προς τα δυτικά, σε ένα σχεδόν κυκλικό υψίπεδο που πρέπει να ήταν η ακρόπολη: Ένα τείχος χωρίζει αυτό το υπερυψωμένο τμήμα από την υπόλοιπη πόλη. Πλαισιώνεται σε κάθε άκρο του από έναν κυκλικό πύργο και βόρεια μία ίσια πύλη με το τεράστιο υπέρθυρό της πεσμένο στο έδαφος. Στα δυτικά, η ακρόπολη σταματά σε μια χαράδρα. Σε αυτή την πλευρά το τείχος είναι πολύ κατεστραμμένο για να μπορέσει κάποιος να αναγνωρίσει τη θέση των πύργων. Αυτό που είναι πιο εντυπωσιακό στην πόλη είναι η θέση της. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι χτίστηκε κοντά στη θάλασσα. Οι Έλληνες γενικά απομακρύνονταν από την ακτή. Για την ελληνική πόλη στο Κεραμίδι, χτισμένη σε μια απρόσιτη ακτή, με απόκρημνους γύρω βράχους, η παραθαλάσσια θέση της ήταν πλεονεκτική. Ο καλύτερος προμαχώνας της ήταν η θάλασσα στην έλευση του εχθρού.
 
Μόνο οι Έλληνες του νότου δε θα διάλεγαν αυτές τις απόκρημνες πλαγιές και τους κοφτερούς βράχους για να χτίσουν μια ακρόπολη. Η τραχύτητα του εδάφους θα τους είχε απομακρύνει για πάντα από αυτή την αφιλόξενη ακτή. Ούτε ένα λιμάνι για το εμπόριο, ούτε μια πεδιάδα για τις καλλιέργειες. Παντού υπήρχαν απόκρημνοι λόφοι με κοτρώνες και λίγη αρόσιμη γη. Αναρωτιέται κανείς ποιοι ήταν οι άνθρωποι που επέλεξαν αυτό το άγονο πλάτωμα για πατρίδα τους, ανάμεσα στην ταραγμένη θάλασσα, τα δάση και το ψηλό βουνό. Κατέβηκαν μήπως από τις κορυφές του Πηλίου; Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι οι ορεσίβιοι μετανάστευσαν κυρίως στον πλούσιο κάμπο της Θεσσαλίας, όχι εδώ. Επιπλέον, οι κατασκευές της Kάπραινας, των Kαναλίων και εκείνες του Kεραμιδίου δεν μπορούν να αποδοθούν στην ίδια φυλή. Δεν υπάρχει καμία ομοιότητα μεταξύ τους. Οι πρωτόγονοι Μάγνητες κατάφεραν ίσως να χτίσουν τις μεν, αλλά όχι τις δε.
 
Φαίνεται, μάλλον, ότι κάποιος ξένος λαός που είχε φύγει από τον Βορρά, νικημένος και διωγμένος ίσως από κάποια πιο φιλόξενη γη, είχε καταφύγει σε τούτη την ακτή που του προσέφερε ασφάλεια και προστασία από τον εχθρό. Οι νεοφερμένοι ίσως να στάθηκαν στην ακτή και, πιεζόμενοι από τον χρόνο, δεν επιδίωξαν να εγκατασταθούν στα κοντινά ορεινά. Εκεί, δεν υπήρχε κάποια τοποθεσία που θα μπορούσε να χτιστεί μια ακρόπολη. Αργότερα θα εξαπλώθηκαν στην περιοχή και καλλιέργησαν αυτές τις απόκρημνες πλαγιές για να ζήσουν. Οι τάφοι που βρέθηκαν στους αμπελώνες, κάτω από το Κεραμίδι, δεικνύουν τη θέση της νεκρόπολής τους. 
 
Περιοριζόμαστε, εξάλλου, στις πιο αόριστες εικασίες σχετικά με την ίδρυση, την ιστορία και την κατάληξη αυτής της πόλης, που ιδρύθηκε σίγουρα πριν από τον αιώνα του Περικλή, και διατηρήθηκε έως τον καιρό των βυζαντινών αυτοκρατόρων, αφού βρίσκουν εκεί νομίσματα του Μ. Κωνσταντίνου. Είναι πιθανό να ήταν ασήμαντη η θέση της. Από την ξηρά, μπορούσε κανείς να την προσεγγίσει μόνο διασχίζοντας ορεινά υψώματα με βαθιές χαράδρες και δύσβατα μονοπάτια. Από τη θάλασσα ήταν σχεδόν απρόσιτη: Δεν υπάρχει λιμάνι στην ακτή. Μόνο μικρά σκάφη μπορούσαν να φτάσουν στη στενή παραλία του Κεραμιδίου και θα έπρεπε να συρθούν πάνω στην άμμο με τον παραμικρό άνεμο. 
 
Θα φανταζόταν κάποιος σε αυτή την άγρια, αλλά γραφική γωνιά της γης, την άφιξη ενός λαού εξόριστου μετά από μεγάλες συμφορές. Σαν άλλοι Τρώες, ερχόμενοι κι αυτοί από τις ακτές της Ασίας, πιστοί στις παραδόσεις τους, αποφεύγοντας την επιμιξία με τους Θεσσαλούς, που τους οποίους χώριζε το βουνό, έστρεφαν συνεχώς το βλέμμα τους προς την ανοιχτή θάλασσα που έβρεχε τις ακτές της παλιάς πατρίδας τους. Τα ερείπια του Κεραμιδίου, τα οποία δεν βρίσκω να αναγράφονται σε κανένα χάρτη, και για τα οποία κανένας σύγχρονος περιηγητής δεν έχει αναφέρει, αναμφίβολα δεν είχαν διαφύγει την προσοχή των αρχαίων γεωγράφων. Πρέπει να ανήκουν σε μία από τις πόλεις που αναφέρονται κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Μαγνησίας και που είναι η Κασθαναία, η Μελίβοια, η Ριζούντα και οι Ευρυμενές, κατά τον Πλίνιο. 
 
Φαίνεται, επομένως, ότι μόνο η Κασθαναία θα μπορούσε να βρίσκεται στο Kεραμίδι. Κάποια χωρία του Ηρόδοτου και του Στράβωνα την τοποθετούν στην ανατολική ακτή, μεταξύ Σηπιάδας και Μελίβοιας. Τουλάχιστον δεν αναφέρουν άλλες πόλεις, αν και μιλούν αρκετές φορές γι’ αυτές τις επικίνδυνες ακτές. Πριν από τη ναυμαχία του Αρτεμισίου, ο περσικός στόλος βρισκόταν κατά μήκος της ακτής, μεταξύ Σηπιάδας και Κασθαναίας. Όταν ξέσπασε η τρικυμία, τα καράβια τσακίστηκαν πάνω στους υφάλους. Εφόσον η Κασθαναία είναι η μόνη ιστορικής σημασίας πόλη μεταξύ Σηπιάδας και Mελίβοιας, φαίνεται φυσικό να την ταυτίσουμε με το μόνο σημείο πάνω στην ακτή, όπου σώζονται τα ερείπια κάποιας ελληνικής πόλης που βρισκόταν στο Κεραμίδι. Έχω εξερευνήσει αρκετά το Πήλιο και ρώτησα αρκετούς χωρικούς. 
 
Σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς, τα κάστανα πήραν το όνομά τους από την Κασθαναία διότι υπάρχουν τεράστια δάση καστανιάς σε όλο το μήκος αυτής της ακτογραμμής. Πάνω από το Κεραμίδι, η κορυφογραμμή του Πηλίου χαμηλώνει και η προέκτασή της ονομάζεται Μαυροβούνι. Αλλά το τοπίο δεν αλλάζει: Νέες απόκρημνες πλαγιές, καλυμμένες από δάση, κατηφορίζουν μέχρι τα βράχια της ακτής. Μεγάλα κενά έχουν ήδη υλοτομηθεί μέσα σε αυτά τα αχανή δάση. Στις προσβάσιμες παραλίες, που είναι αραξοβόλια, είδαμε σωρούς ξυλείας να μεταφέρονται από τα ελληνικά πλοία για την Κωνσταντινούπολη και τις ακτές της Ασίας. 
 
ΣτΜ: Ο Αλφρέντ Μεζιέρ στην εξερεύνηση του Πηλίου, το 1851, είχε συνοδοιπόρο τον αρχιτέκτονα Αλφρέντ Νικολά Νορμάν (1822 – 1909) για να σχεδιάζει τα τοπία, καθώς και δύο Έλληνες συνοδούς ως διερμηνείς και φροντιστές των τεσσάρων αλόγων από τη Γαλλική Σχολή των Αθηνών."
 
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην κύρια Μαρία Φλετορίδου που μοιράζεται την καταπληκτική της δουλειά, μαζί μας!


Ακολουθήστε μας FACEBOOK - INSTAGRAM

Γίνε η Φωνή των Μονοπατιών!

Κάνε αίτηση ως Blogger στο Pezoporontas.com

Το Μπαλκόνι Του Όρλιακα