Του Άρη Θεοδωρόπουλου
Αρχαίοι χρόνοι | ||||||||||||||||||||||||||||
Οι αρχαίοι λαοί όλης της γής θεωρούσαν τα βουνά σαν κάτι απρόσιτο, ξεχωριστό από την γη, σαν κατοικία θεών, δαιμόνων ή και πεθαμένων. Οι άνθρωποι διέσχιζαν τις θάλασσες και τους γνωστούς τότε ωκεανούς αλλά δεν τολμούσαν να σκεφθούν καν να πατήσουν τα βουνά που τα σκέπαζε ο φόβος. Με την καιρό, εμπορικές ανάγκες, αλλά κυρίως στρατιωτικοί λόγοι ανάγκασαν τους ανθρώπους να προσεγγίσουν περισσότερο τα βουνά. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς περιγράφουν με αρκετές λεπτομέρειες τον τρόπο ζωής των αρχαίων στα βουνά, καθώς και τις δραστηριότητές τους σ'αυτά, που δεν περιορίζονταν μόνο στην κτηνοτροφία, αλλά και στις αναβάσεις. Από πολύ παλιά ήταν γνωστή η χρήση ειδικών εργαλείων για την μετακίνηση στις χιονισμένες πλαγιές (π.χ. χιονορακέτες, Ξενοφών, Ανάβαση, ΙV, V,36). Ο Στράβων (Γεωργικά, XI,5,6) περιγράφει την χρήση των κραμπόν από ορεινούς πληθυσμούς στην περιοχή του Καυκάσου. Κατά τον Αριανό (όπως περιγράφει στην Ιστορία του ο A. STEINER, το βουνό, σελ. 53, τόμος 1936) οι στρατιώτες του Μ. Αλεξάνδρου αναγκάστηκαν ν'ανέβουν χιονισμένες πλαγιές κάνοντας χρήση καρφιών, "μικρών σιδηρών πασσάλων" και σχοινιού. Είναι γνωστό ότι ο Φίλιππος Ε' της Μακεδονίας (237 - 179 π.χ.) ανέβηκε στον Αίμο (2.374 μ.) για να παρατηρήσει την περιοχή, προκειμένου να πολεμήσει με τους Ρωμαίους (Α. STEINER, Το βουνό, σελ. 52, τόμος 1936). Επίσης ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός ανέβηκε στο βουνό Αίτνα (3.274 μ.), πράγμα που βεβαιώνει η αναφορά του SPARTIANUS (3oς αιώνας μ.χ.). Ο Ελληνας φιλόσοφος Εμπεδοκλής ανέβηκε στο ηφαίστειο Αίτνα (3.274 μ.) στη Σικελία, που αργότερα το ανέβηκε και ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός. Ορειβασία ή "τα ορεβάσια" έλεγαν στην Βιθυνία κατά την αρχαιότητα τη θρησκευτική τελετή, κατά την οποία οι συμμετέχοντες ανέβαιναν στα βουνά (Στράβων, ΙΒ', 564), ενώ κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, ονόμαζαν ορειβάτες τους ακροβάτες που εκτελούσαν επικίνδυνες ασκήσεις ισορροπίας σε ψηλούς τοίχους, που παρίσταναν βουνά. (Ν. Νέζης, STATUS No 2, σελ.138, Μάης 1988). Ανακεφαλαιώνοντας μπορούμε να πούμε ότι, κατά την αρχαιότητα οι αναβάσεις στα βουνά δεν είχαν αθλητικό χαρακτήρα, αλλά όσον αφορά τα υλικά και την τεχνική της ορειβασίας, αυτή ήταν γνωστή και αρκετά εξαπλωμένη από τις Αλπεις έως τον Καύκασο. | ||||||||||||||||||||||||||||
Μεσαιωνικοί χρόνοι | ||||||||||||||||||||||||||||
Ένα μυστήριο καλύπτει τους γιγάντιους πύργους των Μετεώρων. Αναρωτιέται κανείς πως κτίστηκαν, εδώ και εκατοντάδες χρόνια, τα μοναστήρια στις κορφές αυτών των πύργων, όταν μάλιστα η ανάβαση σ' αυτά τα βράχια δημιουργεί προβλήματα στους σύγχρονους αναρριχητές. Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς έγινε η πρώτη αναρρίχηση στα Μετέωρα. Ήταν τον 9ο ή τον 10ο αιώνα, νωρίτερα ή αργότερα; Είναι βέβαιο πάντως πως έγινε πριν από τους «προγόνους του Αλπινισμού». Πολύ πριν από την ανάβαση του όρους Βεντού στην Προβηγκία από τους αδελφούς Πετράρκα το 1336 και βέβαια πριν από την αναρρίχηση της «Βελόνας του Ντωφινέ» το 1492 από τον Αντώνιο ντε Βιλ χρησιμοποιώντας σκάλες και σκοινιά. Οι ασκητές ζούσαν στα ερημητήρια των Μετεώρων από τον 9ο αιώνα κατά την προφορική παράδοση και τον 11ο κατά την γραπτή. Ο ανώνυμος βιογράφος του Αγίου Αθανασίου του Μετεωρίτη, ενός από τους πρώτους που εγκαταστάθηκαν στα Μετέωρα αναφέρει: «Έτσι με τη βοήθεια ενός οδηγού αναρριχήθηκε σε ένα βράχο για να κατασκευάσει μια κρύπτη και έμεινε εκεί για ένα χρόνο». Μήπως λοιπόν υπήρχαν μερικοί ριψοκίνδυνοι κυνηγοί και γιδοβοσκοί, κάτοικοι της γειτονικής πόλης Στάγη (Καλαμπάκα) που μύησαν τους μοναχούς στην αναρρίχηση αυτών των πύργων; Δεν απέχει από την αλήθεια λοιπόν ο ισχυρισμός πως η πρώτη ανάβαση σε απόκρημνη κορφή, η πρώτη αναρρίχηση υψηλού επιπέδου, έγινε στα Μετέωρα. Παράλληλα το 1280 ο Βασιλιάς Πέτρος της Αραγωνίας ανέβηκε στο CANIGOU των Πυρηναίων (2.787μ.) για να δεί τι υπήρχε στην κορυφή. Στα 1336 ο FRANCLIN PETRARCHA ανεβαίνει στο MONT VENTOUX (1.912 μ.), σπρωγμένος από τον πόθο του να δεί το "αξιόλογο ύψωμα" της χώρας του. (Αναφορά του A. STEINER στο περιοδικό "Το βουνό", σελ. 82, Τόμος 1936). Οι περισσότερες αναβάσεις στην αρχή του Μεσαίωνα ήταν ακατανόητες για τον πολύ κόσμο. Πολλές κορφές τις θεωρούσαν στοιχειωμένες και το βασικό κίνητρο όσων ανέβαιναν στα βουνά ήταν να δούν τι υπάρχει εκεί πάνω. Από τον 16ο αιώνα και μετά αρχίζει η άνθιση της ορειβασίας, γιατί πυκνώνουν οι αναβάσεις και κυρίως από ανθρώπους των γραμμάτων και τεχνών. Κίνητρο για τις αναβάσεις τους αυτές ο εκδρομισμός και η συλλογή πληροφοριών για την Βοτανική, Γεωλογία, Φυσική. Χαρακτηριστικό της εποχής αυτής είναι ότι ακόμη δεν άρχισε η διείσδυση στη ζώνη των παγετώνων. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης διαμορφώνεται το βασικό συστατικό της έννοιας της ορειβασίας, που είναι η ψυχαγωγία. Αργότερα στους νεότερους χρόνους η έλξη της δυσκολίας, του ρίσκου και το πνεύμα της κατάκτησης. Αυτή η πλευρά της ορειβασίας εμφανίζεται περί τα τέλη του 18ου αιώνα. Οι νέες ιδέες και η διαμόρφωση των νέων κοινωνικών τάξεων (Γαλλική Επανάσταση, Βιομηχανική Επανάσταση) ευννοούν τις μεγάλες και οργανωμένες εξερευνήσεις. | ||||||||||||||||||||||||||||
Νεότεροι Χρόνοι, «Η χρυσή Εποχή» | ||||||||||||||||||||||||||||
Ασφαλώς δεν είναι συμπτωματικό το ότι η ορειβασία εμφανίζεται στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα με τις νέες ιδέες και τις νέες κοινωνικές τάξεις, που έφερε η Γαλλική Επανάσταση, κυρίως δε με την βιομηχανική επανάσταση, που άρχισε ιδιαίτερα στην Αγγλία. Γι' αυτό και οι πρώτοι μεγάλοι ορειβάτες ήταν Αγγλοι και μάλιστα ευκατάστασοι οικονομικά. Σιγά σιγά όμως η ορειβασία αγκάλιασε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Πατέρας της ορειβασίας θεωρείται ένας εξαιρετικός Ελβετός επιστήμονας από τη Γενεύη, ο Οράτιος Βενεδίκτος DE SAUSSURE, που ιδίως σαν γεωλόγος, θέλει να μελετήσει τις Αλπεις μα που σιγά σιγά του γεννιέται η επιθυμία να ανέβει και την ψηλότερη κορυφή τους το MONT BLANC (4.807 μ.). Από το 1760 έως το 1785 όλες οι προσπάθειες των οδηγών του να βρούν ένα πέρασμα μέσω του Ντόμ ντί Γκουτέ που σήμερα είναι η κλασσική ανάβαση, δεν έφεραν καμμία επιτυχία. Δεύτερος υποψήφιος ήταν ο Μάρκος Θεόδωρος Μπουρί, δημοσιογράφος και συγγραφέας από τη Γενεύη και τρίτος ήταν ο ιατρός Μισέλ Γκαμπριέλ Πακάρ που κατάφερε μαζί με το χωρικό οδηγό του Ζάκ Μπαλμά να φθάσει πρώτος στις 8 Αυγούστου 1786 στην κορυφή του MONT BLANC (4.807 μ.). Τον επόμενο χρόνο ο Μπαλμά με δύο άλλους οδηγούς της εποχής εκείνης ξαναπάτησε το Μον Μπλάν τον Ιούνη του 1787. Τον επόμενο χρόνο ο ντέ Σωσύρ συνοδευόμενος από είκοσι ανθρώπους από τους οποίους 18 ήταν οδηγοί, με επικεφαλής τον Μπαλμά και φορτωμένος με επιστημονικά όργανα κατόρθωσε να πατήσει την κορυφή. Η ανάβαση αυτή λόγω της επιστημονικής ιδιότητας του ντέ Σούρ επεσκίασε τις δύο άλλες και θεωρείται πολύ σημαντικό γεγονός στην ιστορία της ορειβασίας. Η πρώτη γυναίκα που πάτησε την κορυφή αυτή ήταν μιά ντόπια από το Σαμονί η Μωρίς Παραντί το 1803 και δεύτερη η Εριέτα ντ' Ανβίλ το 1838. Από τότε πιά το MONT BLANC με την ανάπτυξη των μέσων και της τεχνικής έχει καταντήσει, με καλές καιρικές συνθήκες, να είναι για έναν μέτρια εξασκημένο ορειβάτη ένας μακρινός ορεινός περίπατος εφ' όσον φυσικά ακολουθήσει την κλασσική διαδρομή. Εν τω μεταξύ και σε άλλες περιοχές των Αλπεων άρχισε να δημιουργείται ορειβατική κίνηση. Το 1811 μία πλούσια οικογένεια Ελβετών εμπόρων πάτησε για πρώτη φορά την κορυφή του Γιούγκ Φράου (4.158 μ.). Αγγλος πρωτοπόρος είναι ο Σκωτσέζος καθηγητής Ι.Δ. Φόρμελ, που ήταν ένας ερευνητής των παγετώνων. Από το 1827 έως το 1844 επισκέφθηκε σχεδόν κάθε γωνιά των Αλπεων από το Ντοφινέ μέχρι τους Δολομίτες. Αυτός είναι κυρίως ο δημιουργός της σχολής των άγγλων ορειβατών, που σύντομα έκαναν τις Αλπεις δικό τους κτήμα. Η εξέλιξη των μεταφορικών μέσων, που συνεχιζότανε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα έφερνε όλο και πιό κοντά στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ευρώπης, τα κέντρα των ορειβατικών εξορμήσεων όπως το Σαμονί, το Ζέρματ, το Γκρύντελβαντ κλπ. Επίσης πολύ βοήθησε στην διάδοση της ορειβασίας στην Αγγλία ο ιατρός Αλμπερτ Σμίθ, που έγραφε κωμωδίες. Ο Σμίθ ανέβηκε το 1851 στο Μόν Μπλάν και μετά έγραψε ένα θεατρικό έργο "Το Πανόραμα", που είχε μεγάλη επίδραση στο αγγλικό κοινό. Πολλοί -ιδιαίτερα καλλιεργημένοι- Βρετανοί ξεκίνησαν για τις Αλπεις επηρεασμένοι από το παραπάνω θεατρικό έργο. Το 1854 θεωρείται γενικά ο χρόνος που αρχίζει η χρυσή εποχή για την ορειβασία. Ομάδες ορειβατών εμφανίστηκαν στις Αλπεις. Η μία ύστερα από την άλλη πέφτουν οι απάτητες κορυφές. Το 1854 πέφτει το Βέττερνορν (3.785 μ.). Το 1855 ήρθε η σειρά της ψηλότερης κορυφής του Μόντε Ρόζα (4.838 μ.). Το 1857 πατήθηκε το Μένχ (4.105 μ.) έως δε το 1864 έπεσαν οι κορυφές του Ντόμ, Μπίτσορν, Αλετσχορν, Γκρόου Κόμπεν - Ντέντ Μπλάνς, Γκράν Ζωράς, Βάϊσχορν κλπ. Οι ορειβάτες αυτής της χρυσής εποχής ήταν όλοι σχεδόν Αγγλοι. Οι κυριώτεροι από αυτούς είναι οι: αιδεσιμώτατος Χούντσον Αλφρεντ, Ουίλς Λέσλυ Στέφεν, Τζών Τόντας, Α.Β. Μούρ, Σ. Κένεντυ και ο γνωστότερος όλων Εντουαρντ Ουύμπερ, που έμεινε στην ιστορία της ορειβασίας σαν μια από τις δραματικώτερες φυσιογνωμίες της. Χρόνο με χρόνο οι πρωτοπόροι αυτοί μελέτησαν και έμαθαν την κατασκευή και συμπεριφορά του βουνού, τους παγετώνες με τα επικίνδυνα ανοίγματά τους ("κρεβάς"), τα γερά και σαθρά βράχια, τις χιονοστιβάδες κλπ. Εκαναν καλύτερα ορειβατικά μπαστούνια και σχοινιά, βρήκαν έπειτα το πιολέ (τον κασμά των χιονιών) και το τελειοποίησαν. Οι οδηγοί άρχισαν να αποκτούν συνείδηση και το επαγγελματικό τους επίπεδο να ανεβαίνει. Το 1821(!) οταν εμείς υψώναμε το λάβαρο της επανάστασης, ιδρύθηκε το συνδικάτο των Οδηγών βουνού του Chamonix. Δημοσιεύονται και κυκλοφορούν βιβλία και χάρτες και πολύ αργότερα άρχισαν να κτίζονται και τα πρώτα καταφύγια. Το 1857 είναι ένας σταθμός στην ιστορία της ορειβασίας, γιατί ιδρύθηκε ο πρώτος ορειβατικός σύνδεσμος στον κόσμο, το Αλπίν Κλάμπ στο Λονδίνο που δεχόταν σαν μέλη του μόνο έμπειρους ορειβάτες. Στη Γαλλία αντίστοιχο σύνδεσμο μπορούμε να θεωρήσουμε την "Ομάδα του ψηλού βουνού"(G.H.M) που ιδρύθηκε πολύ αργότερα. Η χρυσή εποχή της ορειβασίας κλείνει το 1865 με την τραγική νίκη του Μάτερχορν, που οι απότομες πλαγιές του προκαλούσαν στους ανθρώπους έναν απέραντο φόβο (4482 μ.). Την κατάκτηση της κορυφής αυτής επέτυχε ο Αγγλος Ουύμπερ, ύστερα από επανειλημμένες ανεπιτυχείς αναβάσεις μαζί με τους Κρότζ Τάουγκ Βάλτερ, που είχε μαζί και τους δύο γιούς του Ντάγκλας Χάντσον και Χάοντοου. Στην κατάβαση όμως έσπασε το σχοινί και οι ορειβάτες Κρότς, Χάντιου, Χάντσον και λόρδος Ντάγκλας γκρεμίστηκαν στον Παγετώνα του Μάττερχορν. Φυσική συνέπεια της μεγάλης ανάπτυξης της ορειβασίας ήταν η εξέλιξη των οδηγών και η πρόοδος του ορεινού τουρισμού με ξενοδοχεία κλπ. Πολλοί απλοί χωριάτες άρχισαν σιγά σιγά να κερδίζουν το ψωμί τους από την ορειβασία και να εξελίσσονται από απλοί οδηγοί σε μεγάλης κλάσεως ορειβάτες ώστε σήμερα να αποτελούν μία από τις εκλεκτότερες και επίλεκτες ομάδες ορειβατών. Από τους πρώτους αυτούς οδηγούς μπορούμε να αναφέρουμε τους Ζάν Ζάκ Αντουάν, Λουϊ Καρρέλ, Τζάκομο και Μέλχιορ Αντερριγκ, Αλεξάντερ Μπύργκνερ, Κρίστιαν Αλμερ, Ματίας Τσούρμπριγκεν, Φράντς Λολμάττερ κλπ. Η κατάκτηση όμως όλων σχεδόν των κορυφών των Αλπεων ώθησε στην αναζήτηση νέων διαδρομών. Το πρόβλημα δεν ευρίσκετο πιά στο αν πατήθηκε η τάδε κορυφή ενός βουνού, αλλά από ποιά διαδρομή πατήθηκε. Ενας από τους πρωτοπόρους αυτούς και μάλιστα ο σημαντικότερος ήταν ο Αγγλος Α. Φ. Μάμμερυ που μεταμορφώθηκε από έναν τυπικό και φλεγματικό έμπορο στον ενσαρκωτή της τεχνικής και της τόλμης της ορειβασίας. Οργωσε από το 1870 και επί 20 χρόνια τις Αλπεις, κυνηγώντας τις δυσκολίες για να τις υπερνικά προωθώντας έτσι την τεχνική της ορειβασίας. Σήμερα πολλές διαδρομές και περάσματα φέρνουν το όνομά του, που έχει γίνει θρύλος μεταξύ των ορειβατών. (Σκοτώθηκε σε μία ανάβασή του στα Ιμαλάϊα). Από το 1865 μέχρι την έκρηξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου χιλιάδες είναι ίσως οι ορειβάτες που προσπάθησαν και επέτυχαν να φτάσουν σε πατημένες πιά κορυφές των Αλπεων. Οι πιό διακεκριμένοι από αυτούς είναι ο Ιταλός Γκουϊντο Ρέϋ, ο Γερμανός Πάουλ Γκύσφελντ και οι Αγγλοι Α. Μούρ, Ντάγκλας Φρέσφιλντ, Ουϊλλιαμ Κόνβαϋ, Βαβ Κούλιτς και Τζόφρεϋ Ουϊντροπ Γιάγκ. Από τις γυναίκες ορειβάτισσες αναφέρουμε την Μις Λούου Γουώκερ, που πάτησε το Μάτερχορν το 1871 και τις αδελφές Ανν και Ελεν Πίτζον. | ||||||||||||||||||||||||||||
Σύγχρονη ορειβασία | ||||||||||||||||||||||||||||
Η σύγχρονη ορειβασία αρχίζει με το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και απλώνεται σε όλες τις ηπείρους. Με την εξάπλωση αυτή αρχίζει και η ειδίκευση στις αναρριχήσεις του πάγου, του βράχου, στο ορειβατικό σκί κλπ. Δημιουργούνται νέα τεχνικά μέσα αναρρίχησης. Αρχίζει μάλιστα να διαμορφώνεται μιά διαφορά αντιλήψεων μεταξύ των οπαδών της παλαιάς και της νέας σχολής, δηλαδή της ελεύθερης και της τεχνικής αναρρίχησης. Οι παλαιοί μένουν παντού και πάντοτε πιστοί στις παραδόσεις, ενώ οι νέοι ανοίγουν καινούργιους δρόμους. Αυτός είναι ο νόμος της εξέλιξης. Στο διάστημα του μεσοπολέμου τα τρία τελευταία προβλήματα των Αλπεων ήταν :
Από τις Αλπεις η ορειβασία μεταφέρεται στα Πυρηναία, στον Καύκασο, στη Τάτρα, στη Γροιλανδία, στη Βόρεια και Νότια Αμερική, στην Αφρική στους δύο πόλους και στην υψηλότερη οροσειρά της Γης, στα Ιμαλάϊα.
| ||||||||||||||||||||||||||||
Ιμαλάια | ||||||||||||||||||||||||||||
Για αιώνες ολόκληρους η οροσειρά των Ιμαλαίων ήταν και στο χάρτη ακόμα σχεδόν άγνωστη και μόνο μετά την κατάκτηση των Ινδιών από τους Αγγλους άρχισαν οι τελευταίοι να την ερευνούν σιγά-σιγά και να την χαρτογραφούν.Τα Ιμαλάια βρίσκονται μεταξύ Νεπάλ, Θιβέτ και Πακιστάν. Η πρόσβαση γίνεται συνήθως από τη μαγική Kathmandu την πρωτεύουσα του Νεπάλ. Για να ανέβουμε σ' αυτές της πανύψηλες κορφές απαιτείται συνήθως η οργάνωση μιας μεγάλης αποστολής, θα λέγαμε εκστρατείας χωρίς να είμαστε υπερβολικοί. Μετά την επίπονη πρόσβαση ως τις υπώρειες του βουνού όπου δημιουργείται η κατασκήνωση βάσης (σε υψόμετρο γύρω στα 5.000 μ.). Στη συνέχεια κατασκευάζονται ενδιάμεσες κατασκηνώσεις που εφοδιάζονται με τρόφιμα, υπνόσακους φιάλες οξυγόνου και άλλο ειδικό εξοπλισμό. Αφού προηγηθεί εγκλιματισμός στις συνθήκες μειωμένου οξυγόνου που επικρατούν, οι καλύτεροι ορειβάτες της αποστολής ξεκινούν για την κορυφή διανυκτερεύοντας στις ενδιάμεσες κατασκηνώσεις. Αυτή είναι συνοπτικά η τακτική που χρησιμοποιείται από τους ορειβάτες στα Ιμαλάια. Στις μέρες μας βέβαια κάποιοι εξαιρετικοί ορειβάτες καταφέρνουν να ανεβαίνουν στα Ιμαλάια με «Αλπικό στυλ» και χωρίς οξυγόνο. Η Αναπούρνα, ύψους 8078 μ., είναι η πρώτη από τις 8άρες κορυφές των Ιμαλαίων που πατήθηκε από άνθρωπο και ειδικά από την Γαλλική αποστολή, υπό τον Μώρις Χέρτσοκ το 1950. Το Everest έχει το προνόμιο να είναι από μόνο του μια αθλητική επίδοση, ένα παγκόσμιο ρεκόρ: Κανείς δεν μπορεί να ανέβει ποτέ ψηλότερα! Οι προσπάθειες για την ανάβαση στο Everest, άρχισαν μετά το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Η πρώτη αναγνωριστική αποστολή οργανώθηκε το 1921. Αρχηγός της ήταν ο συνταγματάρχης Χόουκριτ-Μπόρυ και περιελάμβανε 9 μέλη. Εκτοτε εστάλησαν επανειλημμένες αποστολές, που όλο και περισσότερο προωθούντο προς την κορυφή. Ο επικός αυτός αγώνας είχε πάμπολλα θύματα. Τελικά κατακτήθηκε το 1953 από την ενάτη κατά σειρά Αγγλική αποστολή, τέλεια οργανωμένη, με αρχηγό τον συνταγματάρχη John Hunt. Πρώτοι στην «Στέγη του Κόσμου» πάτησαν ο Νεοζηλανδός Edmund Hillary και ο Νεπαλέζος Sherpa, Tensing, στις 29 Μαϊου. Η μεγάλη όμως αυτή νίκη δεν είναι νίκη δύο μόνο ατόμων ούτε μιάς μόνο αποστολής. Είναι η συνισταμένη των προσπαθειών, των αγώνων και της πείρας όλων των προηγούμενων αποστολών, από τον αρχηγό τους έως τον τελευταίο "Κούλι"(βαστάζο), που κουβαλούσε τα εφόδια και έκφραση της θέλησης του ανθρώπου να κάνει γνωστό το άγνωστο, κατακτώντας και την υψηλότερη κορυφή της γής. Παρά το ότι έχουν πραγματοποιηθεί 2-3 απόπειρες οι Έλληνες ορειβάτες δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να ανέβουμε στην στην «Στέγη του Κόσμου». Οι δυσκολίες οφείλονται κύρια στις καιρικές συνθήκες και στα οργανωτικά της αποστολής και λιγότερο στα τεχνικά περάσματα και την έλλειψη οξυγόνου. Λίγο αργότερα και συγκεκριμένα ένα μήνα μετά την κατάκτηση του Everest, ήρθε και η σειρά της κορυφής του Νάγκα Παρμπάτ (8115 μ.) στην άλλη άκρη των Ιμαλαϊων. Για την κατάκτηση του βουνού αυτού χρειάστηκαν πολύ περισσότερα θύματα από οποιοδήποτε άλλο. Στην δεκαετία 1930 - 1940 πολλοί από τους καλύτερους ορειβάτες της Γερμανίας έχασαν την ζωή τους πάνω σ'αυτό. Μα όπως έγραψε τότε η εφημερίδα "Σταίητσμαν" της Καλκούτας, "όταν οι άνθρωποι δεν ριψοκινδυνεύουν τις ζωές τους προσπαθώντας να κάνουν πράγματα που δεν έχουν γίνει ποτέ, η ανθρώπινη φυλή θα αρχίσει να παίρνει τον κατήφορο". Η Νάγκα Παρμπάτ πατήθηκε από τον Χέρμαν Μπούλ. Η Κ2 ή Γκόνουϊν Ωστεν, πατήθηκε για πρώτη φορά από τον Α. Κομπανιόνι και Λ. Λαισέντελ στις 31 Ιουλίου του 1954. Τσό-Ογιου. Βρίσκεται 30 χιλιόμετρα δυτικά του Έβερεστ. Η κορυφή του (8189 μ.) πατήθηκε για πρώτη φορά από μιά αυστριακή αποστολή που είχε για αρχηγό τον Τίον. Μακαλού 15 Μαίου 1955 μία Γαλλική αποστολή με αρχηγό τον Ζάν Φράνκο ανέβηκε το Μακαλού (8470 μ.) που βρίσκεται και αυτό στην περιοχή του Έβερεστ. Πρώτοι πάτησαν την κορυφή οι Ι. Χουζύ και Λ. Τερραί. Την άλλη ημέρα επανέλαβαν την ανάβαση οι Ζάν Φράνκό, Γκουϊντο Μανιόνε και Σέρπα Τζιάλτσεν Νόρμπου. Κανσεντσούγκα (8503μ.) Κατακτήθηκε από μία Αγγλική αποστολή από τον δόκτωρα Τσάρλς Ήβανς το 1955. Μανασλού (8125 μ.). Στις 9 Μαϊου του 1956 ο Ιαπωνέζος Τ. Ιματίσι με τον Σέρπα Τζιάλτσεν πάτησαν για πρώτη φορά την κορυφή του. Λότσε (8501 μ.). Πατήθηκε στις 18 Μαίου 1956 από τους Ελβετούς Αουχσίνγκε και Ε. Ράϊς. Γκάσερμπρουμ (8035 μ.) Βρίσκεται στην περιοχή του Κ-2 και πατήθηκε για πρώτη φορά από τους Αυστριακούς στις 7 Ιουλίου 1956 Λάρχ Φ. Μόροβες και Βίλλενπαρτ. Και η κορυφή Πομπέτα (Νίκη), 7430 μ., στην Κεντρική Ασία νικήθηκε από μιά Σοβιετική αποστολή με αρχηγό τον Ι. Αμπαλάκνιεφ το 1956. Υπάρχουν 14 κορφές στα μυθικά Ιμαλάια με ύψος πάνω από 8.000μ. Μόνο τρεις άνθρωποι έχουν καταφέρει να ανέβουν και στις 14. Πρώτος ο Νοτιοτυρολέζος Reinhold Messner, ο Πολωνός Jerzy Kukuczka, ο Ελβετός Erhard Loretan και ο Μεξικάνος Carlos Corsolio.
| ||||||||||||||||||||||||||||
Ελλάδα. Οι πρώτες αναβάσεις στον Όλυμπο | ||||||||||||||||||||||||||||
Το βουνό των θεών άρχισε να τραβά την προσοχή και την περιέργεια των ερευνητών και των οδοιπόρων από τα τέλη του 18ου αιώνα. Στην κορυφή Πρ. Ηλίας (2.786μ) που δεσπόζει του Οροπεδίου των Μουσών, υπάρχει μικρό πέτρινο εκκλησάκι με χαραγμένες σε πλάκα τις ημερομηνίες 1647 και 1784. Ανάμεσα στις σκόρπιες πέτρες της κορυφής βρέθηκαν αργότερα χαραγμένα τα ονόματα των περιβόητων λησταρχών Γιαγκούλα, Μπαμπάνη και Τσιαμήτα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής και μέχρι το 1913 οι αναβάσεις που πραγματοποιήθηκαν είχαν σαν σκοπό τη συλλογή πληροφοριών για το βουνό καθώς και τη συλλογή φυτών, πετρωμάτων κ.λ.π. από γεωλόγους και φυσιοδίφες. Οι αναβάσεις αυτές εγκυμονούσαν αρκετούς κινδύνους, γιατί στο βουνό είχαν τα λημέρια τους πάρα πολλοί ληστές. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χρειάζεται ειδική άδεια και συνοδεία από τις αρχές της εποχής. Ορόσημο στην ιστορία της ελληνικής ορειβασίας αποτελεί η προσπάθεια για κατάκτηση της ψηλότερης κορυφής του Ολύμπου από τους FRED BOISSONAS, DANIEL BAUD - BONY, που με οδηγό τον Χρ. Κάκαλο ανεβαίνουν τελικά στην κορυφή Μύτικας (2.917 μ.) στις 2 Αυγούστου 1913 στις 10.25' το πρωϊ. Τον Αύγουστο του 1921 ο M. KURZ και ο Χρ. Κάκαλος ανεβαίνουν στην κορυφή Στεφάνι (2.909 μ.) και η C. MORAND στο Σκολιό (2.911 μ.) ταυτόχρονα γίνεται η πρώτη γυναίκα που ανεβαίνει στον Όλυμπο. Η περίοδος από το 1913 και μετά, μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν η αρχή της ορειβατικής περιόδου για την Ελλάδα. Στις 12.09.1925 25 Ελληνες και ξένοι ορειβάτες ανεβαίνουν στον Όλυμπο. Κατά τη διάρκεια της ανάβασης αυτής δηλώνουν ότι επιθυμούν να αναγνωρισθεί από την ελληνική πλευρά, σαν η πρώτη ανάβαση του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, που ιδρύθηκε στην Αθήνα πριν από λίγες μέρες. Το πρώτο καθαρά ορειβατικό σωματείο στην ελλάδα ήταν οι "Κούκοι", που ιδρύθηκαν στις 09.05.26 ή 16.05.26. Μέχρι τότε ότι σωματείο υπήρχε ήταν καθαρά εκδρομικό. Στις 08.08.1928 ιδρύθηκε ο Ορειβατικός Σύνδεσμος Αθηνών, που μετεξελίχθηκε σε Ελληνικό Ορειβατικό Σύνδεσμο στις 20.02.1930. Στο πεδίο των αναρριχήσεων οι πρώτες προσπάθειες έγιναν το 1934, εποχή κατά την οποία η σχοινοσυντροφιά COMICI - ESCHER άνοιξε στον Όλυμπο τις πρώτες κανονικές αναρριχητικές διαδρομές (25.06.1934, Όλυμπος, Στεφάνι, Β. Κόψη, πρώτη αναρριχητική διαδρομή, Υ.Δ. 160 μ., Β.Δ. "πολύ δύσκολη", 3.30). Μετά από το 1934 και αφού ο COMICI άνοιξε νέους δρόμους και δίδαξε στους Ελληνες την αναρρίχηση, αρχίζει και η ελληνική περίοδος της αθλητικής ορειβασίας με σημαντικότερους εκπροσώπους τους: Κ. Νάτση, Ι. Πετρόχειλο, Ι. Μιχαηλίδη, Φ. Γαληνό, Γ. Αποστολίδη, Δ. Λιάγκο, Α. Σπανούδη, Π. Μποτίνη, Κ. Γκέκα, Δ. Μπουντόλα, Δ. Κορρέ. Σήμερα 64 χρόνια από την ίδρυση της Ομοσπονδίας Ορειβασίας (Ε.Ο.Ο.Α.) σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν 73 σωματεία που καλλιεργούν το άθλημα, με εγγεγραμένα μέλη γύρω στις 12.000. Δυστυχώς μέχρι τώρα δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια σοβαρής προώθησης του αθλήματος, από την επίσημη πολιτεία, αν και οι προοπτικές ανάπτυξης της ορειβασίας είναι ευοίωνες για τη χώρα μας |