ΤΙ ΗΤΑΝ Η "ΚΑΛΥΒΑ" ΜΑΣ ---> Θεωρώ σκόπιμο να δώσω μερικές εξηγήσεις αναφορικά με την "Καλύβα" και τον γενικότερο περίγυρο της εποχής της, μετά την προ ημερών ανάρτησή μου, η οποία δόθηκε με μια απλοϊκή και αθώα, παραμυθένια μορφή.
Η "Καλύβα" που φτιάχτηκε σε πολλές συνέχειες και με πολύ κόπο το 1985, στα μέρη της Τύμφης, στην Ήπειρο, όπως απέδειξε ο χρόνος δεν ήταν μια ακόμα μικρή ιστορία κάποιας παρέας. Αυτό πιστεύαμε εμείς που τη χτίσαμε, γιατί ζούσαμε οι ίδιοι από πρώτο χέρι τη δημιουργία της. Όμως οι ξένοι, αυτοί που τη γνώρισαν αργότερα, ήταν εκείνοι που συνέλαβαν το μέγεθος του άθλου.
Η Καλύβα. Όνειρο ενός ανθρώπου, του Δημήτρη Μυστακίδη, πρωτοπόρου και αμφισβητία του ορειβατικού κατεστημένου στην εποχή του. Στις αναζητήσεις χρόνων στα βουνά της Ελλάδας, εντόπισε το ακριβές σημείο, που συνδύαζε την απομόνωση και τη δυσκολία προσέγγισης. Κοντά σε αραιοπερπατημένες διαδρομές και μακριά από τον πολιτισμό, δίπλα στην πρώτη ύλη κατασκευής (δέντρα) και δυο βήματα από την πηγή της ζωής (νερό), ο Λάκκος της Νταβάλιστας ήταν το ιδανικό μέρος για να κατασκευαστεί ένα μυστικό καταφύγιο για γνωστούς και αγνώστους.
Αυτούς τους αγνώστους που έμελλαν να βάλουν κάποτε τέλος στη ζωή της...
Όλη η ξυλεία που χρησιμοποιήθηκε, πάνω από 300 τρεχούμενα μέτρα για μια καλύβα διαστάσεων 4Χ3 μέτρα, κόπηκε επιτόπου με χειροπρίονα! Τα δέντρα ξεκλαδίστηκαν και ξεφλουδίστηκαν με τσεκούρια. Τα πιο βαριά 4άρια ζύγιζαν περίπου 200 κιλά και καταβλήθηκαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να τοποθετηθούν το ένα πάνω στο άλλο.
Κουβαλήσαμε στις πλάτες μας αμέτρητα κιλά υλικών, αναγκαίων για τη μόνωση της κατασκευής αλλά και για τη λειτουργικότητα του χώρου (ξυλόσομπα, στρώματα, κουβέρτες, σκεύη πάσης φύσεως, εργαλεία και εξοπλισμό). Πολλά ολοήμερα σκληρής δουλειάς, μέχρι τελικής πτώσης στο τέλος της μέρας.
Καταστάσεις που δεν είχαν την τύχη πολλοί άνθρωποι να γνωρίσουν στη ζωή τους, είχαμε εμείς τότε.
Ήταν τέτοια τα γεγονότα εκείνα, που μας σημάδεψαν ανεξίτηλα και συνεχίζουν οι μνήμες να μας συντροφεύουν μέχρι τώρα 40 χρόνια μετά και για πάντα όσο θα ζούμε. Τα δικά μας ιδανικά ήταν αυθεντικά, έβγαιναν ανεπεξέργαστα μέσα από έναν κόσμο ξεκάθαρων ιδεών με τις οποίες γαλουχηθήκαμε.
Μόλις ένα χρόνο μετά την κατασκευή της ήρθε με το πυρηνικό δυστύχημα του Τσέρνομπιλ, η κατάρρευση του παλιού κόσμου και η δική μας γενιά παρέδωσε τη σκυτάλη σε έναν νέο κόσμο, που φορτωνόταν σιγά-σιγά στην πλάτη του μύρια δεινά για τους ανθρώπους και για τις κοινωνίες των δεκαετιών που ακολούθησαν.
Οι σημερινοί νέοι δύσκολα μπορούν να αντιληφθούν το περίγραμμα μιας εποχής που δεν έζησαν, ίσως μόνο να διάβασαν κάτι κάπου, σε μια εφημερίδα ή καλύτερα σε δυο-τρία posts στα social media.
Τα χρόνια της Καλύβας είχαν κοινονικοποίηση, μια αξία που χάθηκε πια στις μέρες μας.
Δεν υπήρχε κινητή τηλεφωνία, ούτε διαδίκτυο, ούτε κοινωνικά δίχτυα, που σε παγιδεύουν εν τέλει σε έναν εικονικό κόσμο, όσο κι αν σε ταξιδεύουν νοητά. Εκεί ζήσαμε μέρες ευτυχίας, μοναδικών εμπειριών, κοντά ο ένας με τον άλλον οι φίλοι, με κουβέντες και κρασί γύρω από την πυρωμένη σόμπα. Κι όταν έβγαινες έξω τη νύχτα και σήκωνες το βλέμμα στον ουρανό, αστέρια λαμπύριζαν ανάμεσα στα θεόρατα κατασκότεινα έλατα.
Όπως διαβάζαμε στο "βιβλίο επισκεπτών" που δημιουργήσαμε, οι άνθρωποι που γεύτηκαν τη φιλοξενία της, μόνο ευγνωμοσύνη άφηναν πίσω τους φεύγοντας κι αυτό γέμιζε τις ψυχές μας με συναισθήματα. Ξέραμε πως κάτι σπουδαίο συνέβαινε πια εκεί στη Νταβάλιστα και ήμασταν εμείς που είχαμε βάλει το χέρι μας για να συμβεί.
Η φωτογραφία είναι από τον Δεκέμβριο του 1985, τον πρώτο χειμώνα της Καλύβας, με το χιόνι ένα γόνατο και βάλε βαθύ! Στιγμές ανεπανάληπτες! Ήμασταν τυχεροί εν τέλει...